défavorisé
défavorisé
defavɔʁize
defavawrize

Ορισμός και σημασία του "défavorisé"στα γαλλικά

défavorisé
01

στερημένος, ανεπηρέαστος

qui connaît des difficultés sociales ou économiques, manquant de ressources de base 
défavorisé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus défavorisé
συγκριτικός βαθμός
plus défavorisé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
défavorisé
αρσενικό πληθυντικό
défavorisés
θηλυκό ενικό
défavorisée
θηλυκό πληθυντικό
défavorisées
Παραδείγματα
Le gouvernement aide les quartiers défavorisés. 

Η κυβέρνηση βοηθά τις προβληματικές γειτονιές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store