Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
défavorisé
01
στερημένος, ανεπηρέαστος
qui connaît des difficultés sociales ou économiques, manquant de ressources de base
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus défavorisé
συγκριτικός βαθμός
plus défavorisé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
défavorisé
αρσενικό πληθυντικό
défavorisés
θηλυκό ενικό
défavorisée
θηλυκό πληθυντικό
défavorisées
Παραδείγματα
Un fonds spécial pour les étudiants défavorisés a été créé.
Δημιουργήθηκε ένα ειδικό ταμείο για προνομιούχους φοιτητές.



























