Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décontracté
01
χαλαρός, ήρεμος
qui est calme, sans stress ni tension
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus décontracté
συγκριτικός βαθμός
plus décontracté
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
décontracté
αρσενικό πληθυντικό
décontractés
θηλυκό ενικό
décontractée
θηλυκό πληθυντικό
décontractées
Παραδείγματα
Il est toujours décontracté avant une présentation.
02
ανεπίσημος, χαλαρός
qui est simple, informel et sans cérémonie
Παραδείγματα
Il porte des vêtements décontractés au travail.
Φοράει ανεπίσημα ρούχα στη δουλειά.
03
χαλαρός, αποτεταμένος
qui est détendu, sans tension ni raideur
Παραδείγματα
Après le sport, mes muscles sont complètement décontractés.
Μετά τον αθλητισμό, οι μύες μου είναι εντελώς χαλαροί.



























