décontracté
décontracté
dekɔ̃tʁakte
dekawtrakte

Ορισμός και σημασία του "décontracté"στα γαλλικά

décontracté
01

χαλαρός, ήρεμος

qui est calme, sans stress ni tension 
décontracté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus décontracté
συγκριτικός βαθμός
plus décontracté
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
décontracté
αρσενικό πληθυντικό
décontractés
θηλυκό ενικό
décontractée
θηλυκό πληθυντικό
décontractées
Παραδείγματα
Il est toujours décontracté avant une présentation. 
02

ανεπίσημος, χαλαρός

qui est simple, informel et sans cérémonie 
décontracté definition and meaning
Παραδείγματα
Il porte des vêtements décontractés au travail. 

Φοράει ανεπίσημα ρούχα στη δουλειά.

03

χαλαρός, αποτεταμένος

qui est détendu, sans tension ni raideur 
Παραδείγματα
Après le sport, mes muscles sont complètement décontractés. 

Μετά τον αθλητισμό, οι μύες μου είναι εντελώς χαλαροί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store