Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déconseiller
01
αποθαρρύνω, συμβουλεύω κατά
conseiller de ne pas faire quelque chose ou avertir contre une action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déconseille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déconseillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déconseillerai
ενεστώτα μετοχή
déconseillant
παθητική μετοχή
déconseillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déconseillions
Παραδείγματα
Tu devrais déconseiller ce produit à tes amis.
Θα έπρεπε να αποθαρρύνεις αυτό το προϊόν στους φίλους σου.



























