déconseiller
Pronunciation
/dekɔ̃sɛjˈe/

Ορισμός και σημασία του "déconseiller"στα γαλλικά

déconseiller
01

αποθαρρύνω, συμβουλεύω κατά

conseiller de ne pas faire quelque chose ou avertir contre une action
déconseiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déconseille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déconseillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déconseillerai
ενεστώτα μετοχή
déconseillant
παθητική μετοχή
déconseillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déconseillions
Παραδείγματα
Tu devrais déconseiller ce produit à tes amis.
Θα έπρεπε να αποθαρρύνεις αυτό το προϊόν στους φίλους σου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store