déconseiller
déconseiller
dekɔ̃seje
dekawseye

Ορισμός και σημασία του "déconseiller"στα γαλλικά

déconseiller
01

αποθαρρύνω, συμβουλεύω κατά

conseiller de ne pas faire quelque chose ou avertir contre une action 
déconseiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déconseille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déconseillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déconseillerai
ενεστώτα μετοχή
déconseillant
παθητική μετοχή
déconseillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déconseillions
Παραδείγματα
Le médecin déconseille de fumer. 

Ο γιατρός συνιστά να μην καπνίζετε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store