Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déconcertant
01
αποδιοργανωτικός, ανησυχητικός
qui surprend ou trouble par son caractère inattendu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus déconcertant
συγκριτικός βαθμός
plus déconcertant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
déconcertant
αρσενικό πληθυντικό
déconcertants
θηλυκό ενικό
déconcertante
θηλυκό πληθυντικό
déconcertantes
Παραδείγματα
La réponse du professeur était déconcertante.
Η απάντηση του δασκάλου ήταν αποπροσανατολιστική.
02
αποπροσανατολιστικός, εκπληκτικός
surprenant ou étrange au point de provoquer l'étonnement
Παραδείγματα
La performance de l'artiste était déconcertante.
Η απόδοση του καλλιτέχνη ήταν συγκλονιστική.



























