Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
débattre
01
συζητώ, αντιπαραθέτω
échanger des arguments pour ou contre une idée, souvent en groupe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
débat
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débattons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
débattrai
ενεστώτα μετοχή
débattant
παθητική μετοχή
débattu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débattions
Παραδείγματα
Ils débattent souvent des questions politiques.
Συχνά συζητούν πολιτικά θέματα.



























