battre
de
de
battre
bɑtʁ
baatr
démettre

Ορισμός και σημασία του "débattre"στα γαλλικά

débattre
01

συζητώ, αντιπαραθέτω

échanger des arguments pour ou contre une idée, souvent en groupe 
débattre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
débat
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débattons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
débattrai
ενεστώτα μετοχή
débattant
παθητική μετοχή
débattu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débattions
Παραδείγματα
Ils débattent souvent des questions politiques. 

Συχνά συζητούν πολιτικά θέματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store