débattre
Pronunciation
/debatʀ/

Ορισμός και σημασία του "débattre"στα γαλλικά

débattre
01

συζητώ, αντιπαραθέτω

échanger des arguments pour ou contre une idée, souvent en groupe
débattre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
débat
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débattons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
débattrai
ενεστώτα μετοχή
débattant
παθητική μετοχή
débattu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débattions
Παραδείγματα
Elle aime débattre pour défendre ses idées.
Της αρέσει να συζητά για να υπερασπίζεται τις ιδέες της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store