Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dur comme fer
01
σκληρός σαν σίδερο, αμετακίνητος
très ferme et inflexible dans ses opinions ou décisions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dur comme fer
αρσενικό πληθυντικό
durs comme fer
θηλυκό ενικό
dure comme fer
θηλυκό πληθυντικό
dures comme fer
Παραδείγματα
Il est dur comme fer sur cette question et ne changera pas d'avis.
Είναι σκληρός σαν σίδερο σε αυτό το θέμα και δεν θα αλλάξει γνώμη.



























