dubitatif
Pronunciation
/dybitatˈif/

Ορισμός και σημασία του "dubitatif"στα γαλλικά

01

αμφίβολος, αβέβαιος

qui exprime le doute ou l'incertitude
dubitatif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dubitatif
συγκριτικός βαθμός
plus dubitatif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dubitatif
αρσενικό πληθυντικό
dubitatifs
θηλυκό ενικό
dubitative
θηλυκό πληθυντικό
dubitatives
Παραδείγματα
Les experts restent dubitatifs sur les résultats de l' étude.
Οι ειδικοί παραμένουν αμφίβολοι για τα αποτελέσματα της μελέτης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store