drôle
drôle
dʁol
drol
saulepôlepiaulerôle

Ορισμός και σημασία του "drôle"στα γαλλικά

01

αστείος, διασκεδαστικός

qui fait rire ou amuse 
drôle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus drôle
συγκριτικός βαθμός
plus drôle
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
drôle
αρσενικό πληθυντικό
drôles
θηλυκό ενικό
drôle
θηλυκό πληθυντικό
drôles
θεματικό πεδίο
humour, divertissement, émotion
Παραδείγματα
Ce film est très drôle. 

Αυτή η ταινία είναι πολύ αστεία.

02

παράξενος, ασυνήθιστος

qui est étrange, surprenant ou inhabituel 
drôle definition and meaning
Παραδείγματα
Ça me fait drôle de partir si tôt. 

Μου φαίνεται παράξενο να φύγω τόσο νωρίς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store