Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
drôle
01
αστείος, διασκεδαστικός
qui fait rire ou amuse
Παραδείγματα
Elle a fait une remarque drôle pendant la réunion.
Έκανε ένα αστείο σχόλιο κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
02
παράξενος, ασυνήθιστος
qui est étrange, surprenant ou inhabituel
Παραδείγματα
Ce drôle de phénomène intrigue les scientifiques.
Αυτό το παράξενο φαινόμενο κινεί το ενδιαφέρον των επιστημόνων.



























