Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
douloureux
01
επώδυνος, οδυνηρός
qui cause de la douleur physique ou morale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus douloureux
συγκριτικός βαθμός
plus douloureux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
douloureux
αρσενικό πληθυντικό
douloureux
θηλυκό ενικό
douloureuse
θηλυκό πληθυντικό
douloureuses
Παραδείγματα
Le souvenir de cet accident reste douloureux.
Η ανάμνηση αυτού του ατυχήματος παραμένει επώδυνη.



























