douloureux
dou
du
ντου
lou
lu
λου
reux
ʁø
ρё

Ορισμός και σημασία του "douloureux"στα γαλλικά

douloureux
01

επώδυνος, οδυνηρός

qui cause de la douleur physique ou morale 
douloureux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus douloureux
συγκριτικός βαθμός
plus douloureux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
douloureux
αρσενικό πληθυντικό
douloureux
θηλυκό ενικό
douloureuse
θηλυκό πληθυντικό
douloureuses
θεματικό πεδίο
santé, émotion, sensation
Παραδείγματα
La chute a été très douloureuse pour l'enfant. 

Η πτώση ήταν πολύ επώδυνη για το παιδί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store