douloureux
Pronunciation
/duluʀø/

Ορισμός και σημασία του "douloureux"στα γαλλικά

douloureux
01

επώδυνος, οδυνηρός

qui cause de la douleur physique ou morale
douloureux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus douloureux
συγκριτικός βαθμός
plus douloureux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
douloureux
αρσενικό πληθυντικό
douloureux
θηλυκό ενικό
douloureuse
θηλυκό πληθυντικό
douloureuses
Παραδείγματα
Le souvenir de cet accident reste douloureux.
Η ανάμνηση αυτού του ατυχήματος παραμένει επώδυνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store