la douleur
dou
du
doo
leur
lœʁ
loer
douceurdoubleur

Ορισμός και σημασία του "douleur"στα γαλλικά

01

πόνος, ταλαιπωρία

sensation physique ou morale désagréable et pénible 
la douleur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
douleurs
Παραδείγματα
J'ai une douleur intense au dos. 

Έχω έντονο πόνο στην πλάτη.

02

πόνος, θλίψη

souffrance morale intense, chagrin profond 
la douleur definition and meaning
Παραδείγματα
La douleur de son veuvage ne s'atténuait pas. 

Ο πόνος της χηρείας της δεν υποχωρούσε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store