Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dodu
01
στρουμπουλός, παχουλός
qui est bien en chair, légèrement gros de manière agréable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dodu
συγκριτικός βαθμός
plus dodu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dodu
αρσενικό πληθυντικό
dodus
θηλυκό ενικό
dodue
θηλυκό πληθυντικό
dodues
Παραδείγματα
Les poules dodues sont élevées pour leur chair.
Οι χοντρές κότες εκτρέφονται για το κρέας τους.



























