Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La doctrine
01
δόγμα, διδασκαλία
ensemble organisé de croyances ou de théories qu'un groupe ou une personne enseigne et défend
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
doctrines
Παραδείγματα
La doctrine chrétienne repose sur les enseignements de Jésus.
Η χριστιανική δόγμα βασίζεται στις διδασκαλίες του Ιησού.
Λεξικό Δέντρο
doctrinal
doctrine
doctor



























