le document
document
dɔkymɑ̃
dawkymaa
doctement

Ορισμός και σημασία του "document"στα γαλλικά

01

έγγραφο, χαρτί

pièce écrite ou imprimée qui fournit des informations ou des preuves 
le document definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
documents
Παραδείγματα
J'ai trouvé le document que tu cherchais. 

Βρήκα το έγγραφο που έψαχνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store