Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diversifier
01
διαφοροποιώ, ποικίλλω
changer quelque chose pour y ajouter plus de variété
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
diversifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
diversifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
diversifierai
ενεστώτα μετοχή
diversifiant
παθητική μετοχή
diversifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
diversifiions
Παραδείγματα
Le groupe a diversifié son offre musicale pour toucher un public plus large.
Η ομάδα διαφοροποίησε τη μουσική της προσφορά για να φτάσει σε ευρύτερο κοινό.
02
διαφοροποιώ, ποικίλλω
devenir plus varié dans ses activités ou ses produits
Παραδείγματα
Avec le temps, leur offre s' est diversifiée pour inclure des services numériques.
Με το πέρασμα του χρόνου, η προσφορά τους έχει ποικιλοποιηθεί για να περιλαμβάνει ψηφιακές υπηρεσίες.



























