diversifier
di
di
di
ver
vɛʁ
ver
sif
sif
sif
ier
je
ye

Ορισμός και σημασία του "diversifier"στα γαλλικά

diversifier
01

διαφοροποιώ, ποικίλλω

changer quelque chose pour y ajouter plus de variété 
diversifier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
diversifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
diversifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
diversifierai
ενεστώτα μετοχή
diversifiant
παθητική μετοχή
diversifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
diversifiions
Παραδείγματα
L'entreprise veut diversifier ses produits pour attirer plus de clients. 

Η εταιρεία θέλει να διαφοροποιήσει τα προϊόντα της για να προσελκύσει περισσότερους πελάτες.

02

διαφοροποιώ, ποικίλλω

devenir plus varié dans ses activités ou ses produits 
diversifier definition and meaning
Παραδείγματα
L'entreprise s'est diversifiée pour répondre aux nouvelles demandes du marché. 

Η εταιρεία διαφοροποιήθηκε για να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις της αγοράς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store