diverger
di
di
di
ver
vɛʁ
ver
ger
ʒe
zhe
relâcherorchidéesinistrélucidité

Ορισμός και σημασία του "diverger"στα γαλλικά

diverger
01

αποκλίνω, χωρίζω

s'éloigner les uns des autres ou se séparer 
diverger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
diverge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
divergons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
divergerai
ενεστώτα μετοχή
divergeant
παθητική μετοχή
divergé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
divergions
Παραδείγματα
Les deux routes divergent après le pont. 

Οι δύο δρόμοι αποκλίνουν μετά τη γέφυρα.

02

αποκλίνω, διαφέρω

s'écarter d'une opinion, d'un point de vue ou d'une direction 
diverger definition and meaning
Παραδείγματα
Nos opinions divergent sur ce sujet. 

Οι απόψεις μας διαφέρουν σε αυτό το θέμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store