Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diverger
01
αποκλίνω, χωρίζω
s'éloigner les uns des autres ou se séparer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
diverge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
divergons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
divergerai
ενεστώτα μετοχή
divergeant
παθητική μετοχή
divergé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
divergions
Παραδείγματα
Les deux routes divergent après le pont.
Οι δύο δρόμοι αποκλίνουν μετά τη γέφυρα.
02
αποκλίνω, διαφέρω
s'écarter d'une opinion, d'un point de vue ou d'une direction
Παραδείγματα
Nos opinions divergent sur ce sujet.
Οι απόψεις μας διαφέρουν σε αυτό το θέμα.



























