Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diverger
01
αποκλίνω, χωρίζω
s'éloigner les uns des autres ou se séparer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
diverge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
divergons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
divergerai
ενεστώτα μετοχή
divergeant
παθητική μετοχή
divergé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
divergions
Παραδείγματα
Les rivières divergent dans cette vallée.
Οι ποταμοί αποκλίνουν σε αυτή την κοιλάδα.
02
αποκλίνω, διαφέρω
s'écarter d'une opinion, d'un point de vue ou d'une direction
Παραδείγματα
Les résultats des études divergent selon les méthodes utilisées.
Τα αποτελέσματα των μελετών διαφέρουν ανάλογα με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται.



























