diverger
Pronunciation
/divɛʁʒˈe/

Ορισμός και σημασία του "diverger"στα γαλλικά

diverger
01

αποκλίνω, χωρίζω

s'éloigner les uns des autres ou se séparer
diverger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
diverge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
divergons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
divergerai
ενεστώτα μετοχή
divergeant
παθητική μετοχή
divergé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
divergions
Παραδείγματα
Les rivières divergent dans cette vallée.
Οι ποταμοί αποκλίνουν σε αυτή την κοιλάδα.
02

αποκλίνω, διαφέρω

s'écarter d'une opinion, d'un point de vue ou d'une direction
diverger definition and meaning
Παραδείγματα
Les résultats des études divergent selon les méthodes utilisées.
Τα αποτελέσματα των μελετών διαφέρουν ανάλογα με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store