Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diviser
01
διαιρώ, μοιράζω
effectuer l'opération inverse de la multiplication, partager en parties égales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
divise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
divisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
diviserai
ενεστώτα μετοχή
divisant
παθητική μετοχή
divisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
divisions
Παραδείγματα
15 divisé par 3 égale 5.
15 διαιρεμένο με το 3 ισούται με 5.
02
διαιρώ, χωρίζω
séparer en parties distinctes
Παραδείγματα
Ils ont divisé les tâches équitablement.
Διαίρεσαν τις εργασίες δίκαια.
03
διαιρώ, χωρίζω
créer des désaccords ou des conflits entre des personnes ou des groupes
Παραδείγματα
La polémique a divisé l' opinion publique.
Η διαμάχη χώρισε τη δημόσια γνώμη.



























