Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
divorcé
01
διαζευγμένος, που τερμάτισε νόμιμα τον γάμο
personne dont le mariage a été légalement terminé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
divorcé
αρσενικό πληθυντικό
divorcés
θηλυκό ενικό
divorcée
θηλυκό πληθυντικό
divorcées



























