Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diviser
01
διαιρώ, μοιράζω
effectuer l'opération inverse de la multiplication, partager en parties égales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
divise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
divisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
diviserai
ενεστώτα μετοχή
divisant
παθητική μετοχή
divisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
divisions
Παραδείγματα
Divisez 20 par 4 pour obtenir 5.
Διαιρέστε το 20 με το 4 για να πάρετε 5.
02
διαιρώ, χωρίζω
séparer en parties distinctes
Παραδείγματα
Divisez la pâte en deux parts égales.
Χωρίστε τη ζύμη σε δύο ίσα μέρη.
03
διαιρώ, χωρίζω
créer des désaccords ou des conflits entre des personnes ou des groupes
Παραδείγματα
Ses paroles ont divisé la communauté.
Τα λόγια του χώρισαν την κοινότητα.



























