Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distribuer
01
διανέμω, μοιράζω
donner ou partager quelque chose entre plusieurs personnes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
distribue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
distribuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
distribuerai
ενεστώτα μετοχή
distribuant
παθητική μετοχή
distribué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
distribuions
Παραδείγματα
Le professeur distribue les copies aux élèves.
Ο δάσκαλος μοιράζει τα αντίγραφα στους μαθητές.
02
οργανώνω, ταξινομώ
organiser ou classer des choses selon un ordre ou des catégories
Παραδείγματα
Elle distribue les livres par ordre alphabétique.
Κατανέμει τα βιβλία με αλφαβητική σειρά.
03
εμφανίζω, εκθέτω
présenter ou faire voir quelque chose à un public
Παραδείγματα
Le magasin distribue les nouveaux produits en vitrine.
Το κατάστημα διανέμει τα νέα προϊόντα στο παράθυρο.
04
μοιράζω, δίνω
donner les cartes aux joueurs au début d'une partie ou d'un tour
Παραδείγματα
Le croupier distribue les cartes à chaque joueur.
Ο κρουπιέ μοιράζει τις κάρτες σε κάθε παίκτη.



























