Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
digne
01
σεβαστός, άξιος
qui mérite le respect pour sa valeur morale ou sa conduite
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus digne
συγκριτικός βαθμός
plus digne
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
digne
αρσενικό πληθυντικό
dignes
θηλυκό ενικό
digne
θηλυκό πληθυντικό
dignes
Παραδείγματα
Ils ont agi de manière digne malgré la défaite.
Δρούσαν με αξιοπρεπή τρόπο παρά την ήττα.



























