diffuser
diffuser
d͡zifyze
dzifyze
diffamerdifférer

Ορισμός και σημασία του "diffuser"στα γαλλικά

diffuser
01

εκπέμπω, διαδίδω

faire connaître ou transmettre une émission, une information ou un message au public 
diffuser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
diffuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
diffusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
diffuserai
ενεστώτα μετοχή
diffusant
παθητική μετοχή
diffusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
diffusions
Παραδείγματα
La radio diffuse un programme culturel tous les soirs. 

Το ραδιόφωνο εκπέμπει ένα πολιτιστικό πρόγραμμα κάθε βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store