Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diffuser
01
εκπέμπω, διαδίδω
faire connaître ou transmettre une émission, une information ou un message au public
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
diffuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
diffusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
diffuserai
ενεστώτα μετοχή
diffusant
παθητική μετοχή
diffusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
diffusions
Παραδείγματα
La radio diffuse un programme culturel tous les soirs.
Το ραδιόφωνο εκπέμπει ένα πολιτιστικό πρόγραμμα κάθε βράδυ.



























