Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cultiver
01
αναπτύσσω, καλλιεργώ
développer ou entretenir quelque chose avec soin (qualité, relation, connaissance, etc. )
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cultive
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cultivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cultiverai
ενεστώτα μετοχή
cultivant
παθητική μετοχή
cultivé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cultivions
Παραδείγματα
Il faut cultiver la patience avec les enfants.
Πρέπει να καλλιεργήσεις την υπομονή με τα παιδιά.
02
καλλιεργώ, εργάζομαι
travailler la terre pour y faire pousser des plantes
Παραδείγματα
Les agriculteurs cultivent la terre au printemps.
Οι αγρότες καλλιεργούν τη γη την άνοιξη.
03
καλλιεργώ, καλλιεργώ
faire pousser une plante ou un produit agricole
Παραδείγματα
Elle cultive des tomates dans sa serre.
Αυτή καλλιεργεί ντομάτες στο θερμοκήπιό της.
04
αναπτύσσω τον εαυτό μου, εκπαιδεύω τον εαυτό μου
acquérir des connaissances pour développer son intelligence et sa culture
Παραδείγματα
Il lit beaucoup pour se cultiver.
Διαβάζει πολύ για να αναπτύξει τον εαυτό του.



























