le culte
culte
kʏlt
kult
celtecuite

Ορισμός και σημασία του "culte"στα γαλλικά

01

λατρεία, θρησκεία

ensemble des pratiques religieuses et cérémonies destinées à honorer une divinité ou une croyance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cultes
Παραδείγματα
Le culte religieux attire de nombreux fidèles. 

Η θρησκευτική λατρεία προσελκύει πολλούς πιστούς.

02

λατρεία, αίρεση

groupe religieux ou ensemble de croyances suivies par un petit nombre de personnes 
Παραδείγματα
Le culte a été fondé il y a plusieurs siècles. 

Η λατρεία ιδρύθηκε πριν από αρκετούς αιώνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store