coûter
Pronunciation
/kute/

Ορισμός και σημασία του "coûter"στα γαλλικά

coûter
01

κοστίζω, αξίζω

avoir un prix à payer pour être obtenu
coûter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
coûte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
coûtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
coûterai
ενεστώτα μετοχή
coûtant
παθητική μετοχή
coûté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
coûtions
Παραδείγματα
Ce voyage va coûter une fortune.
Αυτό το ταξίδι θα κοστίσει μια περιουσία.
02

κοστίζει ακριβά, προκαλεί απώλεια

causer une perte, une douleur ou une conséquence négative à quelqu'un
coûter definition and meaning
Παραδείγματα
L' accident a coûté la vie à deux personnes.
Το ατύχημα κόστισε τη ζωή δύο ατόμων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store