coûter
coû
ku
koo
ter
te
te
contercoter

Ορισμός και σημασία του "coûter"στα γαλλικά

coûter
01

κοστίζω, αξίζω

avoir un prix à payer pour être obtenu 
coûter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
coûte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
coûtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
coûterai
ενεστώτα μετοχή
coûtant
παθητική μετοχή
coûté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
coûtions
Παραδείγματα
Ce livre coûte dix euros. 

Αυτό το βιβλίο κοστίζει δέκα ευρώ.

02

κοστίζει ακριβά, προκαλεί απώλεια

causer une perte, une douleur ou une conséquence négative à quelqu'un 
coûter definition and meaning
Παραδείγματα
Son erreur lui a coûté son emploi. 

Το λάθος του του κόστισε τη δουλειά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store