Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coûter
01
κοστίζω, αξίζω
avoir un prix à payer pour être obtenu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
coûte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
coûtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
coûterai
ενεστώτα μετοχή
coûtant
παθητική μετοχή
coûté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
coûtions
Παραδείγματα
Ce livre coûte dix euros.
Αυτό το βιβλίο κοστίζει δέκα ευρώ.
02
κοστίζει ακριβά, προκαλεί απώλεια
causer une perte, une douleur ou une conséquence négative à quelqu'un
Παραδείγματα
Son erreur lui a coûté son emploi.
Το λάθος του του κόστισε τη δουλειά του.



























