Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coûter
01
κοστίζω, αξίζω
avoir un prix à payer pour être obtenu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
coûte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
coûtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
coûterai
ενεστώτα μετοχή
coûtant
παθητική μετοχή
coûté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
coûtions
Παραδείγματα
Ce voyage va coûter une fortune.
Αυτό το ταξίδι θα κοστίσει μια περιουσία.
02
κοστίζει ακριβά, προκαλεί απώλεια
causer une perte, une douleur ou une conséquence négative à quelqu'un
Παραδείγματα
L' accident a coûté la vie à deux personnes.
Το ατύχημα κόστισε τη ζωή δύο ατόμων.



























