couple
couple
kupl
koopl

Ορισμός και σημασία του "couple"στα γαλλικά

Le couple
[gender: masculine]
01

ζευγάρι, σύζυγοι

deux personnes qui sont ensemble dans une relation amoureuse ou mariées
le couple definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
couples
Παραδείγματα
C' est un jeune couple qui vient d' emménager ici.
Είναι ένα νεαρό ζευγάρι που μόλις μετακόμισε εδώ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store