Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le copain
01
αγόρι, φίλος
un garçon avec qui on a une relation amoureuse
Παραδείγματα
Elle passe le week-end avec son copain.
Περνάει το σαββατοκύριακο με το αγόρι της.
02
φίλος, σύντροφος
une personne que tu connais bien et avec qui tu passes du temps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
copains
Παραδείγματα
Mon copain joue au foot avec moi.
Ο φίλος μου παίζει ποδόσφαιρο μαζί μου.
Λεξικό Δέντρο
copain
pain



























