Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cool
01
calme, qui ne s'énerve pas facilement
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
cools
θηλυκό ενικό
cool
θηλυκό πληθυντικό
cools
Παραδείγματα
Reste cool et tout ira bien.
02
excellent, agréable, sympathique, à la mode
Παραδείγματα
On va à la plage ? Cool !



























