Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
copieux
01
πλούσιος, χορταστικός
qui est abondant, en grande quantité, souvent utilisé pour parler de repas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus copieux
συγκριτικός βαθμός
plus copieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
copieux
αρσενικό πληθυντικό
copieux
θηλυκό ενικό
copieuse
θηλυκό πληθυντικό
copieuses
Παραδείγματα
Les portions de ce restaurant sont copieuses.
Οι μερίδες σε αυτό το εστιατόριο είναι πλούσιες.



























