Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La convivialité
[gender: feminine]
01
φιλικότητα, φιλικές σχέσεις
qualité d'une relation agréable et amicale entre les personnes
Παραδείγματα
La convivialité entre collègues améliore la productivité.
Η φιλικότητα μεταξύ συναδέλφων βελτιώνει την παραγωγικότητα.



























