Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
continental
01
ηπειρωτικός, ηπειρωτικός
relatif à un continent ou à un climat éloigné de la mer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
continental
αρσενικό πληθυντικό
continentaux
θηλυκό ενικό
continentale
θηλυκό πληθυντικό
continentales
Παραδείγματα
Les plats continentaux diffèrent des spécialités côtières.
Τα ηπειρωτικά πιάτα διαφέρουν από τις παραθαλάσσιες ειδικότητες.
Λεξικό Δέντρο
continental
continent



























