Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
continental
01
ηπειρωτικός, ηπειρωτικός
relatif à un continent ou à un climat éloigné de la mer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
continental
αρσενικό πληθυντικό
continentaux
θηλυκό ενικό
continentale
θηλυκό πληθυντικό
continentales
Παραδείγματα
L'Europe continentale a des hivers froids.
Η Ηπειρωτική Ευρώπη έχει κρύους χειμώνες.
Λεξικό Δέντρο
continental
continent



























