Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
continuel
01
συνεχής, αδιάκοπος
qui dure sans interruption ou revient très souvent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus continuel
συγκριτικός βαθμός
plus continuel
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
continuel
αρσενικό πληθυντικό
continuels
θηλυκό ενικό
continuelle
θηλυκό πληθυντικό
continuelles
Παραδείγματα
Son travail demande un effort continuel.
Η δουλειά του απαιτεί συνεχή προσπάθεια.



























