continuel
con
kɔ̃
κο
tin
tin
τιν
uel
ɥɛl
ουελ

Ορισμός και σημασία του "continuel"στα γαλλικά

01

συνεχής, αδιάκοπος

qui dure sans interruption ou revient très souvent 
continuel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus continuel
συγκριτικός βαθμός
plus continuel
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
continuel
αρσενικό πληθυντικό
continuels
θηλυκό ενικό
continuelle
θηλυκό πληθυντικό
continuelles
θεματικό πεδίο
temps, fréquence, persistance
Παραδείγματα
Il subit des critiques continuel depuis son arrivée. 

Υφίσταται συνεχή κριτική από την άφιξή του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store