Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contracter
01
υπογράφω, συνάπτω σύμβαση
établir un accord officiel ou signer un contrat
Παραδείγματα
Il a contracté un nouveau contrat avec l'entreprise.
Υπέγραψε ένα νέο συμβόλαιο με την εταιρεία.
02
συστέλλω, σμικρύνω
rendre plus petit ou plus serré
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contracte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contractons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contracterai
παθητική μετοχή
contracté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contractions
Παραδείγματα
Le tissu contracte légèrement au lavage.
Το ύφασμα συστέλλεται ελαφρά στο πλύσιμο.
03
κολλώ, πιάσω
attraper une maladie ou une infection
Παραδείγματα
Il a contracté la grippe la semaine dernière.
Κολλήθηκε γρίπη την περασμένη εβδομάδα.



























