Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contracter
01
υπογράφω, συνάπτω σύμβαση
établir un accord officiel ou signer un contrat
Παραδείγματα
Nous avons contracté un contrat pour la construction de la maison.
Συμφωνήσαμε ένα συμβόλαιο για την κατασκευή του σπιτιού.
02
συστέλλω, σμικρύνω
rendre plus petit ou plus serré
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contracte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contractons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contracterai
παθητική μετοχή
contracté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contractions
Παραδείγματα
Le caoutchouc se contracte en refroidissant.
Το καουτσούκ συστέλλεται καθώς κρυώνει.
03
κολλώ, πιάσω
attraper une maladie ou une infection
Παραδείγματα
Il est facile de contracter un rhume en hiver.
Είναι εύκολο να πιάσεις κρυολόγημα το χειμώνα.



























