Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contenter
01
ικανοποιώ, ευχαριστώ
donner satisfaction, faire plaisir à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contenterai
ενεστώτα μετοχή
contentant
παθητική μετοχή
contenté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contentions
Παραδείγματα
Il a contenté son patron par son travail sérieux.
Ικανοποίησε το αφεντικό του με τη σοβαρή δουλειά του.
02
είμαι ικανοποιημένος με, ικανοποιούμαι με
être satisfait de ce qu'on a, ne pas en demander davantage
Παραδείγματα
Il se contente de regarder sans participer.
Εκείνος ικανοποιείται με το να παρακολουθεί χωρίς να συμμετέχει.



























