contenter
Pronunciation
/kɔ̃tɑ̃tˈe/

Ορισμός και σημασία του "contenter"στα γαλλικά

contenter
01

ικανοποιώ, ευχαριστώ

donner satisfaction, faire plaisir à quelqu'un
contenter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contenterai
ενεστώτα μετοχή
contentant
παθητική μετοχή
contenté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contentions
Παραδείγματα
Il a contenté son patron par son travail sérieux.
Ικανοποίησε το αφεντικό του με τη σοβαρή δουλειά του.
02

είμαι ικανοποιημένος με, ικανοποιούμαι με

être satisfait de ce qu'on a, ne pas en demander davantage
contenter definition and meaning
Παραδείγματα
Il se contente de regarder sans participer.
Εκείνος ικανοποιείται με το να παρακολουθεί χωρίς να συμμετέχει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store