Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contenter
01
ικανοποιώ, ευχαριστώ
donner satisfaction, faire plaisir à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contenterai
ενεστώτα μετοχή
contentant
παθητική μετοχή
contenté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contentions
Παραδείγματα
Ce cadeau a contenté l'enfant.
Αυτό το δώρο ικανοποίησε το παιδί.
02
είμαι ικανοποιημένος με, ικανοποιούμαι με
être satisfait de ce qu'on a, ne pas en demander davantage
Παραδείγματα
Elle se contente d'un simple café le matin.
Αυτή ικανοποιείται με έναν απλό καφέ το πρωί.



























