contenter
contenter
kɔ̃tɑ̃te
kawtaate
commentercontactercontester

Ορισμός και σημασία του "contenter"στα γαλλικά

contenter
01

ικανοποιώ, ευχαριστώ

donner satisfaction, faire plaisir à quelqu'un 
contenter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
contente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contenterai
ενεστώτα μετοχή
contentant
παθητική μετοχή
contenté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contentions
Παραδείγματα
Ce cadeau a contenté l'enfant. 

Αυτό το δώρο ικανοποίησε το παιδί.

02

είμαι ικανοποιημένος με, ικανοποιούμαι με

être satisfait de ce qu'on a, ne pas en demander davantage 
contenter definition and meaning
Παραδείγματα
Elle se contente d'un simple café le matin. 

Αυτή ικανοποιείται με έναν απλό καφέ το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store