Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consommer
01
καταναλώνω, χρησιμοποιώ
utiliser un produit ou une ressource en le mangeant, le buvant ou en en tirant un usage
Παραδείγματα
Elle ne consomme pas de viande.
Δεν καταναλώνει κρέας.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καταναλώνω, χρησιμοποιώ