Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
constater
01
παρατηρώ, αντιλαμβάνομαι
remarquer ou reconnaître un fait ou une situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
constate
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
constatons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
constaterai
ενεστώτα μετοχή
constatant
παθητική μετοχή
constaté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
constations
Παραδείγματα
Ils ont constaté les dégâts causés par la tempête.
Παρατήρησαν τις ζημιές που προκάλεσε η καταιγίδα.
02
καταγράφω, επιβεβαιώνω
enregistrer ou établir officiellement un fait
Παραδείγματα
Le témoin a constaté les événements devant le juge.
Ο μάρτυρας κατέγραψε τα γεγονότα μπροστά στον δικαστή.



























