constater
Pronunciation
/kɔ̃state/

Ορισμός και σημασία του "constater"στα γαλλικά

constater
01

παρατηρώ, αντιλαμβάνομαι

remarquer ou reconnaître un fait ou une situation
constater definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
constate
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
constatons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
constaterai
ενεστώτα μετοχή
constatant
παθητική μετοχή
constaté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
constations
Παραδείγματα
Ils ont constaté les dégâts causés par la tempête.
Παρατήρησαν τις ζημιές που προκάλεσε η καταιγίδα.
02

καταγράφω, επιβεβαιώνω

enregistrer ou établir officiellement un fait
Παραδείγματα
Le témoin a constaté les événements devant le juge.
Ο μάρτυρας κατέγραψε τα γεγονότα μπροστά στον δικαστή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store