le consommateur
Pronunciation
/kɔ̃sɔmatœʀ/

Ορισμός και σημασία του "consommateur"στα γαλλικά

Le consommateur
[gender: masculine]
01

καταναλωτής, πελάτης

individu qui consomme des produits ou services pour son usage personnel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
consommateurs
Παραδείγματα
Les consommateurs ont réagi positivement à la nouvelle publicité.
Οι καταναλωτές ανταποκρίθηκαν θετικά στη νέα διαφήμιση.
consommateur
01

καταναλωτικός, καταναλωτή

qui concerne l'action d'utiliser ou d'acheter des produits pour son usage personnel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
consommateur
αρσενικό πληθυντικό
consommateurs
θηλυκό ενικό
consommatrice
θηλυκό πληθυντικό
consommatrices
Παραδείγματα
L' attitude consommateur peut affecter les ventes.
Η στάση του καταναλωτή μπορεί να επηρεάσει τις πωλήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store