Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consentir
01
συγκατατίθεμαι, δίνω τη συγκατάθεσή μου
accepter ou donner son accord à quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
consens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
consentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
consentirai
παθητική μετοχή
consenti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
consentions
Παραδείγματα
Ils consentent à partager leurs informations.
Συμφωνούν να μοιραστούν τις πληροφορίες τους.



























