consentir
Pronunciation
/kɔ̃sɑ̃tˈiʁ/

Ορισμός και σημασία του "consentir"στα γαλλικά

consentir
01

συγκατατίθεμαι, δίνω τη συγκατάθεσή μου

accepter ou donner son accord à quelque chose
consentir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
consens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
consentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
consentirai
παθητική μετοχή
consenti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
consentions
Παραδείγματα
Ils consentent à partager leurs informations.
Συμφωνούν να μοιραστούν τις πληροφορίες τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store