Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confondre
01
συγχέω, μπερδεύω
prendre une chose ou une personne pour une autre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
confonds
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
confondons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
confondrai
ενεστώτα μετοχή
confondant
παθητική μετοχή
confondu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
confondions
Παραδείγματα
Je l' ai confondu avec un acteur célèbre.
Τον παρέπεσα με έναν διάσημο ηθοποιό.



























