confondre
confondre
kɔ̃fɔ̃dʁ
kawfawdr

Ορισμός και σημασία του "confondre"στα γαλλικά

confondre
01

συγχέω, μπερδεύω

prendre une chose ou une personne pour une autre 
confondre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
confonds
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
confondons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
confondrai
ενεστώτα μετοχή
confondant
παθητική μετοχή
confondu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
confondions
Παραδείγματα
Il confond toujours les jumeaux. 

Πάντα συγχέει τα δίδυμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store