compter sur
Pronunciation
/kɔ̃tˈe sˈyʁ/

Ορισμός και σημασία του "compter sur"στα γαλλικά

compter sur
01

βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι

faire confiance à quelqu'un ou s'appuyer sur quelque chose
compter sur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
fixed
μόριο
sur
βασικό ρήμα
compter
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
compte sur
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
comptons sur
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
compterai sur
παθητική μετοχή
compté sur
α΄ πληθυντικό παρατατικού
comptions sur
Παραδείγματα
Comptez -vous sur cette vieille voiture pour votre voyage?
Βασίζεστε σε αυτό το παλιό αυτοκίνητο για το ταξίδι σας;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store