Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compter sur
01
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
faire confiance à quelqu'un ou s'appuyer sur quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
fixed
μόριο
sur
βασικό ρήμα
compter
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
compte sur
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
comptons sur
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
compterai sur
παθητική μετοχή
compté sur
α΄ πληθυντικό παρατατικού
comptions sur
Παραδείγματα
Comptez -vous sur cette vieille voiture pour votre voyage?
Βασίζεστε σε αυτό το παλιό αυτοκίνητο για το ταξίδι σας;



























