la commode
Pronunciation
/kɔmɔd/

Ορισμός και σημασία του "commode"στα γαλλικά

01

κομό, συρταριέρα

meuble bas avec des tiroirs pour ranger des vêtements ou objets
la commode definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
commodes
Παραδείγματα
Cette vieille commode appartient à ma grand-mère.
Αυτό το παλιό κομό ανήκει στη γιαγιά μου.
01

άνετος, πρακτικός

qui est facile à utiliser, pratique ou facile à vivre
commode definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus commode
συγκριτικός βαθμός
plus commode
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
commode
αρσενικό πληθυντικό
commodes
θηλυκό ενικό
commode
θηλυκό πληθυντικό
commodes
Παραδείγματα
C' est commode de travailler chez soi.
Είναι βολικό να δουλεύεις από το σπίτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store