Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commercial
01
εμπορικός, εμπορικό
qui concerne le commerce ou les affaires
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
commercial
αρσενικό πληθυντικό
commerciaux
θηλυκό ενικό
commerciale
θηλυκό πληθυντικό
commerciales
Παραδείγματα
L' entreprise cherche à développer ses relations commerciales.
Η εταιρεία επιδιώκει να αναπτύξει τις εμπορικές της σχέσεις.
Le commercial
[gender: masculine]
01
εμπορικός αντιπρόσωπος, πωλητής
personne dont le travail est de vendre des produits ou services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
commerciaux
Παραδείγματα
Mon frère est commercial dans le secteur pharmaceutique.
Ο αδερφός μου είναι εμπορικός αντιπρόσωπος στον φαρμακευτικό τομέα.
Λεξικό Δέντρο
commercial
commerce



























