commencer
commencer
kɔmɑ̃se
kawmaase
commentercommercer

Ορισμός και σημασία του "commencer"στα γαλλικά

commencer
01

ξεκινώ, αρχίζω

faire la première action d'un processus, initier une activité ou un événement 
commencer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
commence
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
commençons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
commencerai
ενεστώτα μετοχή
commençant
παθητική μετοχή
commencé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
commencions
Παραδείγματα
Il commence toujours sa journée par un café. 

Αυτός πάντα ξεκινά την ημέρα του με έναν καφέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store