commencer
Pronunciation
/kɔmɑ̃se/

Ορισμός και σημασία του "commencer"στα γαλλικά

commencer
01

ξεκινώ, αρχίζω

faire la première action d'un processus, initier une activité ou un événement
commencer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
commence
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
commençons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
commencerai
ενεστώτα μετοχή
commençant
παθητική μετοχή
commencé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
commencions
Παραδείγματα
Tu dois commencer par les bases si tu veux progresser.
Πρέπει να ξεκινήσεις από τα βασικά αν θέλεις να προοδεύσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store