Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commencer
01
ξεκινώ, αρχίζω
faire la première action d'un processus, initier une activité ou un événement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
commence
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
commençons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
commencerai
ενεστώτα μετοχή
commençant
παθητική μετοχή
commencé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
commencions
Παραδείγματα
Tu dois commencer par les bases si tu veux progresser.
Πρέπει να ξεκινήσεις από τα βασικά αν θέλεις να προοδεύσεις.



























