Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le collectionneur
01
συλλέκτης, συλλέκτορας
personne qui rassemble et conserve des objets par intérêt ou passion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
collectionneurs
Παραδείγματα
Le collectionneur de timbres possède des pièces rares.
Ο συλλέκτης καρτών διαθέτει σπάνια κομμάτια.



























