le collectionneur
co
kaw
llect
lɛks
leks
io
yaw
nneur
nœʁ
noer

Ορισμός και σημασία του "collectionneur"στα γαλλικά

Le collectionneur
01

συλλέκτης, συλλέκτορας

personne qui rassemble et conserve des objets par intérêt ou passion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
collectionneurs
αρσενικό ενικό
collectionneur
θηλυκό ενικό
collectionneuse
neutral form
collectionneur
Παραδείγματα
Le collectionneur de timbres possède des pièces rares. 

Ο συλλέκτης καρτών διαθέτει σπάνια κομμάτια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store