cohabiter
Pronunciation
/kɔabite/

Ορισμός και σημασία του "cohabiter"στα γαλλικά

cohabiter
01

συνυπάρχω, συμβιώνω

vivre ensemble dans le même logement sans être mariés forcément
cohabiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cohabite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cohabitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cohabiterai
ενεστώτα μετοχή
cohabitant
παθητική μετοχή
cohabité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cohabitions
Παραδείγματα
Nous cohabitons sans problème depuis longtemps.
Συμβιώνουμε χωρίς προβλήματα εδώ και πολύ καιρό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store